Η Ιστορική Αναδρομή της Έννοιας

Από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα οι σύγχρονες κοινωνίες χαρακτηρίζονται  για την συνεχή υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος ως αποτέλεσμα της βιομηχανικής επανάστασης. Η ανάπτυξη της βιομηχανίας συνετέλεσε στη μεγαλύτερη κατανάλωση φυσικών πόρων. Έτσι άρχισε μια αλόγιστη, απρογραμμάτιστη και μη ορθολογική χρήση των φυσικών πόρων, αποβλέποντας μόνον σε άμεσα οφέλη, μέσα από μια καθαρά ανθρωποκεντρική αντίληψη και παραβλέφθηκαν οι μακροχρόνιες συνέπειες της αλόγιστης χρήσης των φυσικών πόρων. Με άλλα λόγια το σύστημα αξιών πάνω στο οποίο βασίσθηκε η βιομηχανική και τεχνολογική επανάσταση ήταν αυτό που διατάραξε και εξακολουθεί να διαταράσσει την οικολογική ισορροπία να υποβαθμίζει ή και να κακοποιεί το περιβάλλον.

Η υποβάθμιση αυτή συνοδεύτηκε από μια αυξανόμενη συνειδητοποίηση αναφορικά με την επείγουσα ανάγκη αλλαγής σχετικά με τα πρότυπα κατανάλωσης των φυσικών πόρων. Η επείγουσα ανάγκη για αλλαγή, η οποία προαναγγέλθηκε από την πολιτική εξουσία, τους διεθνείς οργανισμούς και αργότερα από τον ιδιωτικό τομέα και τα κινήματα πολιτών, διατυπώθηκε, μεταξύ άλλων, και από την εκπόνηση ενός συνόλου μελετών, οι οποίες είχαν ως στόχο την κατανόηση και την ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων που προκύπτουν από την ταχεία ανάπτυξη της βιομηχανίας και από την καταναλωτική κοινωνία. Το 1972 η Λέσχη της Ρώμης, με επικεφαλής τον Dennis Meadows, δημοσιεύει τη δημοφιλή έκθεση  "Τα Όρια της Ανάπτυξης" που σηματοδοτεί την αρχή της συζήτησης για τη βιώσιμη ανάπτυξη.  Το κύριο σημείο που παρέμεινε από την έκθεση αυτή, και το οποίο αποτέλεσε το ορόσημο της βιωσιμότητας, συσχετίζεται άμεσα με το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης: η ανεπαρκής βιωσιμότητα του σημερινού οικονομικού μοντέλου έχει ως επίπτωση τη λεηλασία των φυσικών πόρων προβλέποντας ακόμη και την εξαφάνιση του ανθρώπινου γένους, σε περίπτωση που οι διάφοροι οικονομικοί παράγοντες δε διαφοροποιήσουν τη συμπεριφορά τους ούτως ώστε, μεταξύ άλλων, να ελέγξουν τα επίπεδα της ρύπανσης και τα υψηλά επίπεδα κατανάλωσης των φυσικών πόρων.

Την ίδια χρονιά  η ιστορία της βιωσιμότητας σηματοδοτείται  επίσης από το Συνέδριο της Στοκχόλμης, το οποίο εισήγαγε την ατζέντα της διεθνούς  πολιτικής αναφορικά με τους περιβαλλοντικούς προβληματισμούς.

Το 1976 ο Ο.Ο.Σ.Α. (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) εκδίδει τις Κατευθυντήριες Οδηγίες για Πολυεθνικές Επιχειρήσεις  (αναθεώρηση το 2000), που είναι ένα σύνολο συστάσεων για τις επιχειρήσεις σε μορφή εγχειριδίου, οι οποίες αφορούν τις καλές επιχειρηματικές πρακτικές σε εθελοντικό επίπεδο.  

Τα επόμενα χρόνια η κοινωνική διάσταση της βιωσιμότητας βρίσκεται στο επίκεντρο της Τριμερούς Διακήρυξης, η οποία συντάσσεται το 1977 από το Διεθνές Γραφείο Εργασίας (αναθεώρηση το 2000). Σε αυτήν καθορίζεται μια σειρά συστάσεων συμπεριφοράς για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, τους υπαλλήλους και τις κυβερνήσεις με ιδιαίτερη έμφαση σε ζητήματα όπως είναι η προώθηση της απασχόλησης, οι ίσες ευκαιρίες, οι συνθήκες εργασίας, η υγεία, η ασφάλεια και οι εργασιακές σχέσεις.

Παρόλα αυτά, η έννοια της Βιώσιμης Ανάπτυξης ορίζεται μόλις το 1987 στην έκθεση Brundtland της Παγκόσμιας Επιτροπής για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη. Ο ορισμός έχει ως εξής: «η ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να διακυβεύεται η δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους».

Το 1992, στη λεγόμενη Συνδιάσκεψη Κορυφής για τη Γη, η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης ενσωματώνεται στην παγκόσμια πολιτική και ταυτόχρονα τονίζεται η οικονομική και περιβαλλοντική της διάσταση. Η κοινωνική διάσταση της βιώσιμης ανάπτυξης συμπεριλαμβάνεται μόλις το 1995 στη Διάσκεψη Κορυφής της Κοπεγχάγης για την Κοινωνική Ανάπτυξη. Από τη Συνδιάσκεψη Κορυφής για τη Γη προέκυψαν δυο έγγραφα, η Ατζέντα 21 και η Διακήρυξη του Ρίο,  τα οποία αποτελούν διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές για τις νομοθεσίες που αφορούν αυτά τα ζητήματα.

Το 1995 με τη δημιουργία του Παγκόσμιου Επιχειρηματικού Συμβουλίου για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη υλοποιείται η θέση ότι ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να συμβάλει στην επίτευξη των στόχων της βιώσιμης ανάπτυξης. Ο θεσμός αυτός συγκεντρώνει εκατοντάδες διεθνείς εταιρείες από τριάντα χώρες που στοχεύουν στην προώθηση του διαλόγου και της ανταλλαγής εμπειριών σχετικά με τη διαφοροποίηση του παραδοσιακού μοντέλου βιώσιμης διαχείρισης ˙ στοχεύουν δηλαδή στη δημιουργία ενός μοντέλου που θα καθοδηγεί τη διαχείριση των δραστηριοτήτων της εταιρείας με ένα ισορροπημένο τρόπο αναφορικά με τις οικονομικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές πτυχές της επιχειρηματικότητας. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης με την έγκριση της Συνθήκης του Άμστερνταμ το 1997. Αυτή υπήρξε μια σημαντική χρονιά για την περιβαλλοντική βιωσιμότητα της Γης, δεδομένου ότι τη χρονιά αυτή υπογράφηκε το Πρωτόκολλο του Κιότο, το οποίο αποτελεί έναν σημαντικό σταθμό και καθορίζει τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν από τις βιομηχανικές χώρες αναφορικά με τη μείωση των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. 

Το Μάρτιο του 2000 η Συνάντηση Κορυφής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, γνωστή και ως η Στρατηγική της Λισσαβόνας,  παρουσίασε το αίτημα για ενσωμάτωση και εξέταση της κοινωνικής ευθύνης εντός του πλαισίου της επιχείρησης και, πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με τις ίσες ευκαιρίες, τη δια βίου μάθηση, την κοινωνική ενσωμάτωση και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Την ίδια χρονιά, κατά τη Σύνοδο Κορυφής της Χιλιετίας, συντάχθηκε και εγκρίθηκε η Διακήρυξη της Χιλιετίας των Ηνωμένων Εθνών στην οποία αντικατοπτρίζονται οι ανησυχίες 147 αρχηγών κρατών, οι οποίοι υπόγραψαν τη συνθήκη αυτή κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης συγκέντρωσης ηγετών του κόσμου που πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ο αγώνας κατά των ανισοτήτων που διαπιστώθηκαν μεταξύ βορρά και νότου και η ύπαρξη κοινωνικών ανισοτήτων αποτελέσαν το θεμέλιο για τους οκτώ κύριους στόχους που καθορίστηκαν και ονομάστηκαν ως οι αναπτυξιακοί στόχοι της χιλιετίας, οι οποίοι θα πρέπει να επιτευχθούν μέχρι το 2015:

1. Εξάλειψη της ακραίας φτώχειας και πείνας ˙
2. Επίτευξη καθολικής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης ˙
3. Προώθηση της ισότητας του γένους και ενδυνάμωση των γυναικών ˙
4. Μείωση της παιδικής θνησιμότητας ˙
5. Βελτίωση της μητρικής υγείας ˙
6. Αγώνας ενάντια σε  VHS / AIDS, ελονοσία και άλλες ασθένειες ˙
7. Διασφάλιση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας ˙
8. Δημιουργία παγκόσμιας σύμπραξης για την ανάπτυξη.

Το 2001  το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Γκέτεμποργκ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εγκρίνει τη Στρατηγική της Βιώσιμης Ανάπτυξης με βάση οικονομικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς άξονες. Ως αποτέλεσμα,  η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την ανησυχία της για την κοινωνική ευθύνη σε τρεις βασικές συμβάσεις: 

  • 2000 – Ατζέντα Κοινωνικής Πολιτικής, που προέκυψε από τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στη Νίκαια˙
  • 2001 – Απασχόληση και κοινωνική πολιτική: ένα πλαίσιο που επενδύει στην ποιότητα και το οποίο προέκυψε από τα Ευρωπαϊκά Συμβούλια της Νίκαιας, της Λισσαβόνας και της Στοκχόλμης˙
  • 2001 – Πράσινη Βίβλος: Προώθηση ενός Ευρωπαϊκού πλαισίου για την εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Η Πράσινη Βίβλος επικεντρώνεται κυρίως στην προώθηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση της κοινωνικής ευθύνης στις επιχειρήσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «απευθύνει έκκληση στην ευρωπαϊκή επιχειρηματική κοινότητα να ανακοινώσει δημόσια τη δέσμευσή της ως προς τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης, στην οικονομική ανάπτυξη, σε περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας καθώς και να ενισχύσει τη δέσμευσή της προς την ΕΚΕ συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη». Η Πράσινη Βίβλος, ως μια έννοια ολοένα και πιο διαδεδομένη ανάμεσα στις μικρομεσαίες (ΜΜΕ) αλλά και στις μεγάλες επιχειρήσεις, αντανακλά την επείγουσα ανάγκη που υπάρχει η κοινωνική ευθύνη να εφαρμοστεί και από τις μικρές επιχειρήσεις. 

Οι κύριες επιλογές και πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο  2007/2013 καθορίστηκαν σε μια της ανακοίνωση, την Οικοδόμηση του Κοινού μας Μέλλοντος, στην οποία η βιώσιμη ανάπτυξη αναδεικνύεται ως προτεραιότητα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ανάλαβε ορισμένες πρωτοβουλίες στο πλαίσιο της κοινωνικής ευθύνης και κυρίως τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Πολυμερούς Φόρουμ σχετικά με την ΕΚΕ. Το φόρουμ αυτό έχει ως στόχο να οδηγήσει τις επιχειρήσεις, τους οργανισμούς, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τους πολίτες να θέσουν, μέσω του διαλόγου, ορισμένες προτάσεις  και να συζητήσουν τα θέματα που σχετίζονται με την κοινωνική ευθύνη.   

Τον Οκτώβριο του 2010 η «ανανεωμένη στρατηγική της ΕΕ 2011-14  για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη» ξεκίνησε με μια καινούργια, ευρύτερη θεώρηση της ΕΚΕ αποκλειστικά εστιασμένη στις δεσμεύσεις των εταιρειών. Ταυτόχρονα, περιέλαβε και άλλα, εντελώς καινούργια, πρότυπα ΕΚΕ  όπως το ISO 26000 και την Πρωτοβουλία Οικουμενικού Συμφώνου. Η ΕΚΕ είναι «η ευθύνη των εταιρειών για τις επιπτώσεις τους στην κοινωνία».

Οι επιχειρήσεις, για να ανταποκριθούν πλήρως στην εταιρική τους κοινωνική ευθύνη, πρέπει να προετοιμάσουν μια διαδικασία με την οποία θα ενσωματώσουν εντός των δραστηριοτήτων τους ζητήματα κοινωνικά, περιβαλλοντικά και ηθικά καθώς και ζητήματα που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τους καταναλωτές. Ταυτόχρονα, πρέπει να προετοιμάσουν την κύρια στρατηγική τους σε στενή πάντα συνεργασία με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Στόχοι τους πρέπει να είναι: 

  • Η μεγιστοποίηση της δημιουργίας αμοιβαίας αξίας για τους ιδιοκτήτες / μετόχους τους καθώς και για τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη με τα οποία συνεργάζονται καθώς και για την κοινωνία γενικά:  οι επιχειρήσεις ενθαρρύνονται να υιοθετήσουν μια μακροπρόθεσμη, στρατηγική προσέγγιση προς την  ΕΚΕ και να εξετάσουν τις ευκαιρίες ανάπτυξης καινοτόμων προϊόντων, υπηρεσιών και εταιρικών μοντέλων που μπορούν να συνεισφέρουν στην κοινωνική ευημερία και να οδηγήσουν σε πιο παραγωγικές θέσεις εργασίας και θέσεις εργασίας με υψηλότερη ποιότητα.
  • Ο εντοπισμός, η πρόληψη και ο μετριασμός των ενδεχόμενων αρνητικών τους επιπτώσεων: οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις με την μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν τέτοιες επιπτώσεις ενθαρρύνονται να προβαίνουν σε διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης κινδύνου τόσο στο εσωτερικό της επιχείρησης όσο και στην αλυσίδα εφοδιασμού τους.

Διεθνώς αναγνωρισμένες αρχές και κατευθυντήριες γραμμές παρέχουν την απαραίτητη καθοδήγηση. Πιο συγκεκριμένα, καθοδήγηση παρέχουν οι Κατευθυντήριες Γραμμές για τις Πολυεθνικές Επιχειρήσεις από τον Ο.Ο.Α.Σ., οι οποίες έχουν πρόσφατα εκσυγχρονιστεί, οι δέκα αρχές του Οικουμενικού Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών, το Πρότυπο Οδηγιών του ISO 26000 για την Κοινωνική Ευθύνη, η Τριμερής Διακήρυξη Αρχών της ΔΟΕ σχετικά με τις Πολυεθνικές Επιχειρήσεις και την Κοινωνική Πολιτική και οι Κατευθυντήριες Γραμμές των Ηνωμένων Εθνών για τις Επιχειρήσεις και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. 

 

Ακολουθώντας αυτή τη νέα προσέγγιση, η ΕΕ προωθεί έναν πολυδιάστατο χαρακτήρα της ΕΚΕ:  

  • Ανθρώπινα δικαιώματα, εργασία και πρακτικές απασχόλησης: όπως η κατάρτιση, η ποικιλομορφία, η ισότητα των φύλων, η υγεία και η ευημερία των εργαζομένων 
  • Περιβαλλοντικά ζητήματα: όπως η βιοποικιλότητα, οι κλιματικές αλλαγές, η αποδοτικότητα των πόρων
  • Ανάλυση του κύκλου ζωής και πρόληψη της μόλυνσης
  • Καταπολέμηση της δωροδοκίας και της διαφθοράς
  • Συμμετοχή και ανάπτυξη της κοινότητας, ενσωμάτωση ατόμων με αναπηρίες 
  • Συμφέροντα των καταναλωτών συμπεριλαμβανομένης της προστασίας της ιδιωτικής ζωής.

Κάθετες διατάξεις:

  • Προώθηση της κοινωνικής και περιβαλλοντικής ευθύνης στην αλυσίδα εφοδιασμού
  • Κοινοποίηση των μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών
  • Αρχές της χρηστής φορολογικής διακυβέρνησης όσον αφορά τόσο τις σχέσεις μεταξύ των κρατών και όσο και τις σχέσεις μεταξύ των επιχειρήσεων – συγκεκριμένα: η διαφάνεια, η ανταλλαγή πληροφοριών και ο θεμιτός φορολογικός ανταγωνισμός.