Βιώσιμη Ανάπτυξη και Κοινωνική Ευθύνη

Συχνά συγχέονται οι έννοιες της βιώσιμης ανάπτυξης, της βιωσιμότητας και της κοινωνικής ευθύνης. Είναι, λοιπόν, απαραίτητο να διασαφηνιστεί η μεταξύ τους  διάκριση.

Η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης καθορίστηκε το 1987 στην  Έκθεση Brundtland  ως «η ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να διακυβεύεται η δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους».

Σήμερα είναι κατανοητό ότι η βιωσιμότητα είναι ένας ευρύτερος όρος και εφαρμόζεται σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες.

Από την άλλη μεριά, η εταιρική κοινωνική ευθύνη (ΕΚΕ) σχετίζεται με την εθελοντική συνεισφορά των οργανισμών στην επίτευξη των στόχων της βιώσιμης ανάπτυξης ή της βιωσιμότητας. Η ΕΚΕ εκδηλώνεται όταν οι οργανισμοί ενδιαφέρονται να αναπτύξουν δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης ενώ ταυτόχρονα προωθούν μια πιο δίκαιη κοινωνία και ένα καθαρότερο περιβάλλον. Η συνεισφορά των οργανισμών συχνά πραγματώνεται μέσω της υιοθέτησης της πολιτικής της κοινωνικής ευθύνης καθώς και της υιοθέτησης ενός συνόλου εργαλείων που επιτρέπουν τη διαχείριση του οργανισμού, αφού ληφθούν υπόψη οι οικονομικές, χρηματοδοτικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές πτυχές.  Αυτή η νέα φιλοσοφία διαχείρισης των οργανισμών απαιτεί την επέκταση των υπευθυνοτήτων τους, οι οποίες  παραδοσιακά είναι εστιασμένες σε οικονομικές και χρηματοδοτικές πτυχές. Τώρα οι υπευθυνότητες πρέπει να επεκταθούν στις κοινωνικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους.

Η κατανόηση της έννοιας της ΕΚΕ απαιτεί την κατανόηση δύο αρχών που τη διέπουν. Η πρώτη αφορά την εθελοντική φύση της κοινωνικής ευθύνης, δηλαδή την απουσία μιας υποχρεωτικής νομοθεσίας για την υιοθέτηση του συστήματος της κοινωνικής ευθύνης. Στο πλαίσιο αυτό, οι οργανισμοί (π.χ. εταιρείες, κεντρική κυβέρνηση, περιφερειακοί και τοπικοί ΜΚΟ, οργανώσεις) που αποφασίζουν να ενσωματώσουν την ΕΚΕ στις πρακτικές της διαχείρισής τους και σε όλες τους τις δραστηριότητες, το κάνουν σε εθελοντική βάση ως έναν τρόπο συνεισφοράς σε μια πιο δίκαιη και ισορροπημένη κοινωνία. Επίσης, ενσωματώνουν την ΕΚΕ για να επιτύχουν μια διαχείριση που να ταιριάζει καλύτερα στις απαιτήσεις και στους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται σήμερα οι οργανισμοί. Η εφαρμογή των πρακτικών αυτών συχνά οδηγεί στη δημιουργία κεφαλαιακών κερδών για τον οργανισμό και μπορεί επίσης να αποτελέσει το επίκεντρο της διαφοροποίησης του οργανισμού σε σχέση με άλλους οργανισμούς. Ως  εκ τούτου, η εφαρμογή των εν λόγω πρακτικών αποτελεί ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η δεύτερη  θεμελιώδης αρχή δηλώνει ότι η ευθύνη δεν αντικαθιστά τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία, αλλά τη συμπληρώνει και την αναπτύσσει, δηλαδή αποτελεί μια προσθήκη στο υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί ποτέ να το αντικαταστήσει.